διατείνω

διατείνω,
A stretch to the uttermost,

δ. τὸ τόξον Hdt.3.35

; keep stretched out,

τὴν χεῖρα Hp.Fract.8

;

δ. τὰς χεῖρας ἐπί τι X.Cyr.1.3.4

;

ἀράχνιον δ. πρὸς τὰ πέρατα Arist.HA623a9

;

τινὰ ὑπὲρ λεχέων AP5.54

(Diosc.):—[voice] Pass., extend,

μία ἰδέα πάντῃ διατεταμένη Pl.Sph. 253d

.
II intr., extend, Diog.Apoll.6;

διὰ παντὸς τοῦ βίου Arist.EN 1172a23

;

καθ' ἅπαν τὸ σῶμα Id.HA503b21

; κατὰ τὸ συνεχὲς ἕως εἰς . . Plb.3.37.9; to continue,

γένος διέτεινε λαμπρόν Plu.Marc.30

.
2 δ. εἰς, ποτί τι, extend or relate to, concern, SIG569.11,38 (Halasarna, iii B. C.), cf. Plb.8.29.6;

πρὸς τὰ ὅλα Id.9.5.4

.
3 reach, arrive at, extend as far as,

πρός . . Epicur.Ep.1p.13U.

, Plb.5.86.4, D.S.12.70, etc.; live until the time of,

εἴς τινα Plu.Cat.Ma.15

.
B [voice] Med. and [voice] Pass., exert oneself,

τί οὖν . . διετεινάμην οὑτωσὶ σφοδρῶς; D.18.142

;

διατεινάμενος φεύγειν

at full speed,

X.Mem.4.2.23

;

θεῖν διατεταμένους Pl.R.474a

; ἰέναι ib.501c; πὺξ διατεινάμενος Theoc. 22.67; strain, exert the voice, Arist.Pol.1336a39; διατείνεσθαι πρός τι exert oneself for a purpose, X.Mem.3.7.9; διετείναντο αὐτὸν μὴ εἰσελθεῖν prevented him from going in, Antipho 5.46;

δ. τὰ κάλλιστα πράττειν Arist.EN1169a9

.
2 maintain earnestly, contend, δ. ὡς . . maintain stoutly that . ., Pl.Sph.247c, Thphr.HP3.18.7, CP4.6.1, etc.
b oppose, opp. συναποφήνασθαι, Gal.4.759; πρός τινα ib. 773.
II in strict sense of [voice] Med., stretch oneself, Anaxan dr.41.67.
2 to stretch out for oneself or what is one's own,

δ. τὸ τόξον Hdt.4.9

; τὰ βέλεα ὡς ἀπήσοντες to have their lances poised as if they were about to throw, Id.9.18;

διατεινάμενοι οἱ μὲν τὰ παλτὰ οἱ δὲ τὰ τόξα X.Cyr.1.4.23

;

διατεταμένοι τὰς μάστιγας Plb.15.28.2

.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • διατείνω — stretch to the uttermost aor subj act 1st sg διατείνω stretch to the uttermost pres subj act 1st sg διατείνω stretch to the uttermost pres ind act 1st sg διατείνω stretch to the uttermost aor ind mid 2nd sg (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διατείνω — (AM διατείνω) 1. τεντώνω, τείνω εντελώς 2. μέσ. διατείνομαι ισχυρίζομαι, υποστηρίζω, επιμένω στη γνώμη μου νεοελλ. το θηλ. ως ουσ. η διατείνουσα κεραία τών παλαιών ιστιοφόρων, την οποία τοποθετούσαν για να επεκτείνουν τετράγωνο ιστίο και να… …   Dictionary of Greek

  • διατείνῃ — διατείνω stretch to the uttermost aor subj mid 2nd sg διατείνω stretch to the uttermost aor subj act 3rd sg διατείνω stretch to the uttermost pres subj mp 2nd sg διατείνω stretch to the uttermost pres ind mp 2nd sg διατείνω stretch to the… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διατείνετε — διατείνω stretch to the uttermost aor subj act 2nd pl (epic) διατείνω stretch to the uttermost pres imperat act 2nd pl διατείνω stretch to the uttermost pres ind act 2nd pl διατείνω stretch to the uttermost imperf ind act 2nd pl (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διατεινόμεθα — διατείνω stretch to the uttermost aor subj mid 1st pl (epic) διατείνω stretch to the uttermost pres ind mp 1st pl διατείνω stretch to the uttermost imperf ind mp 1st pl (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διατεταμένα — διατείνω stretch to the uttermost perf part mp neut nom/voc/acc pl διατεταμένᾱ , διατείνω stretch to the uttermost perf part mp fem nom/voc/acc dual διατεταμένᾱ , διατείνω stretch to the uttermost perf part mp fem nom/voc sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διατείνει — διατείνω stretch to the uttermost aor subj act 3rd sg (epic) διατείνω stretch to the uttermost pres ind mp 2nd sg διατείνω stretch to the uttermost pres ind act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διατείνεσθε — διατείνω stretch to the uttermost pres imperat mp 2nd pl διατείνω stretch to the uttermost pres ind mp 2nd pl διατείνω stretch to the uttermost imperf ind mp 2nd pl (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διατείνομεν — διατείνω stretch to the uttermost aor subj act 1st pl (epic) διατείνω stretch to the uttermost pres ind act 1st pl διατείνω stretch to the uttermost imperf ind act 1st pl (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διατείνουσι — διατείνω stretch to the uttermost aor subj act 3rd pl (epic) διατείνω stretch to the uttermost pres part act masc/neut dat pl (attic epic doric ionic) διατείνω stretch to the uttermost pres ind act 3rd pl (attic epic doric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διατείνουσιν — διατείνω stretch to the uttermost aor subj act 3rd pl (epic) διατείνω stretch to the uttermost pres part act masc/neut dat pl (attic epic doric ionic) διατείνω stretch to the uttermost pres ind act 3rd pl (attic epic doric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.